Thessaloniki Documentary Festival
 
tdf.filmfestival.gr
           



 Διεθνές Διαγωνιστικό
 Εκτός Συναγωνισμού
 Aνοιχτοί Oρίζοντες
 2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι'αυτήν
 Eιδικές προβολές
 Ταινίες Έναρξης και Λήξης
 Αντι/Κατοπτρισμοί
 Film Forward
 Round Midnight
 Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου 2016
 Mατιές στα Bαλκάνια
 Αφιερώματα
 Bραβείο LUX Eυρωπαϊκού Kοινοβουλίου
 Νεανική Οθόνη
 40 χρόνια – Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου

Λεονάρδο Φάβιο

1.  Ανισέτο / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
2.  Γκατίκα, ο πίθηκος / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
3.  Ο Νασαρένο Κρους και ο λύκος / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
4.  Όνειρα, όνειρα / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
5.  Το ρομάντζο του Ανισέτο και της Φρανσίσκα / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
6.  Το χρονικό ενός μοναχικού παιδιού / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή
7.  Χουάν Μορέιρα / Λεονάρδο Φάβιο, Αργεντινή

Μια ασύγκριτη μορφή

Σχεδόν άγνωστος έξω από τη χώρα του, γεγονός που κάνει το αφιέρωμα αυτό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ακόμα πιο πολύτιμο, ο Λεονάρδο Φάβιο (1938-2012) υπήρξε ένας μοναδικός σκηνοθέτης, του οποίου το ταλέντο και η λυρική πνοή δεν είχαν ταίρι στον αργεντίνικο κινηματογράφο, στον οποίο έδωσε κάποιες από τις καλύτερές του ταινίες, από το Χρονικό ενός μοναχικού παιδιού (1964) έως το Ανισέτο (2008). Αλλά ο Φάβιο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μία μοναδική, ασύγκριτη μορφή της λαϊκής κουλτούρας της Αργεντινής των τελευταίων πενήντα χρόνων, την οποία σημάδεψε όχι μόνο με τα τραγούδια του, που ενσωματώθηκαν στο συλλογικό ασυνείδητο κάμποσων γενεών, αλλά και με την άνευ όρων υποστήριξη του Περονισμού, ο οποίος έγινε ένα είδος ενσάρκωσης της φαντασίας του. Υπάρχει ένα βασικό, ουσιώδες κομμάτι της αργεντίνικης ταυτότητας που πάντα εξέφραζε ο Φάβιο, μέσα από τη ζωή και το έργο του.

Ακόμα και στις πιο διαφορετικές πλευρές του, που μπορεί να έμοιαζαν ανταγωνιστικές, ο Φάβιο κατάφερνε πάντα να είναι ο εαυτός του, ένας ακλόνητος βράχος, ένας άνθρωπος με ακεραιότητα και ειρμό, προϊόντα της ταπεινοφροσύνης και της ανυποκρισίας του. «Όταν τραγουδάω δεν κάνω σινεμά, κι όταν κάνω σινεμά δεν τραγουδάω. Αλλά και με τα δύο αυτά παθιάζομαι», είχε πει στον υποφαινόμενο το 2006. «Δεν διαχωρίζω τον εαυτό μου. Μπορεί να φαίνονται σαν διαφορετικά πράγματα, αλλά τα ζω και τα δύο με το ίδιο πάθος.» Το πάθος αυτό έχει τις απαρχές του σ’ ένα χωματόδρομο του Λουχάν ντε Κούγιο, μιας μικρής πόλης στην επαρχία του Μεντόσα όπου γεννήθηκε ο Φάβιο. Οι αργοί ρυθμοί της ζωής στην επαρχία, όπου είχε το χρόνο να στοχάζεται τ’ άστρα και το φεγγάρι κι όπου οι γυναίκες της οικογένειάς του προσεύχονταν στο φως των κεριών, σε συνδυασμό με την ανακάλυψη της μαγείας του ραδιοφωνικού θεάτρου, συνέβαλαν στην καλλιτεχνική του κοσμογονία· όπως άλλωστε και το πέρασμά του από το αναμορφωτήριο, όπως αποτυπώνεται στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το Χρονικό ενός μοναχικού παιδιού, που έγινε με την καθοδήγηση του αγαπημένου του δασκάλου και μέντορα Λεοπόλδο Τόρε Νίλσον.

Μια ιστορία μύησης, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Φάβιο εξακολουθεί να εκπλήσσει σήμερα με τον κλασικό μοντερνισμό της σκηνοθεσίας του. Δεν είναι τυχαίο πως το μεγαλύτερο κομμάτι του λεγόμενου Νέου Αργεντίνικου Κινηματογράφου του 21ου αιώνα αναγνωρίζει την προέλευσή του από κείνη την ταινία. Τη θεμελιώδη αυτήν ταινία ακολούθησε μια άλλη, εξίσου σημαντική: το Ρομάντζο του Ανισέτο και της Φρανσίσκα (1967), στην οποία ο Φάβιο βελτίωσε ακόμα πιο πολύ το ασκητικό ύφος που είχε αναπτύξει στην προηγούμενη ταινία του.

Αλλά τότε πια ο Φάβιο είχε γνωρίσει και τη λατρεία του κόσμου, χάρις στα τραγούδια του που τον είχαν κάνει διάσημο απ’ άκρη σ’ άκρη της Λατινικής Αμερικής. Οι περιστάσεις αυτές συνέπεσαν με μια δραστική αλλαγή στις ταινίες του. Αν στην αρχή ο Φάβιο έκανε ένα οικείο σινεμά, το αντίστοιχο της μουσικής δωματίου, ένιωσε αργότερα την ανάγκη –εκφραστική αλλά και ιδεολογική, που ταίριαζε με τη λαϊκή του απήχηση και την αφοσίωσή του στον Περονισμό– ν’ αλλάξει την πορεία της δουλειάς του προς ένα μαζικό σινεμά, με διαστάσεις πρωτίστως οπερατικές και ύστερα συμφωνικές. Συνακόλουθα, με την έλευση του χρώματος, οι ταινίες του αποκάλυψαν μια φύση υπέρμετρη, διονυσιακή: από τους ψιθύρους του Χρονικού ενός μοναχικού παιδιού πέρασε στις κραυγές του Νασαρένο Κρους και ο λύκος· κι από τη μοναξιά του El dependiente βούτηξε μέσα στα πλήθη του Γκατίκα· κι από τον μονόχρωμο ασκητισμό του Ανισέτο και Φρανσίσκα έστριψε προς το κόκκινο αίμα του Χουάν Μορέιρα. Τέλος, το Ανισέτο, η μπαλετική εκδοχή τής πρωτότυπης ταινίας, εξέφρασε τη στιγμή της σύνθεσης του έργου του Φάβιο, ένα μέρος όπου αυτοί οι δύο μεγάλοι ογκόλιθοι, που μέχρι τότε έμοιαζαν να χωρίζουν αμετάκλητα τη φιλμογραφία του, μπορούσαν επιτέλους να συνυπάρχουν.

Λουσιάνο Μοντεαγούδο
Κριτικός κινηματογράφου του αργεντίνικου περιοδικού Página/12 και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του DocBuenosAires.
Χορηγοί



 Αναζήτηση
Θέματα  
Σκηνοθέτης
Ταινία